adj. in hebrew: totally! its true!
or: make something greater.
can come before another adj.
"achusharmuta cool"

2: in arabic: a curse- your sister is a slot
girl 1: did you see that guy? he's hot!
girl 2: yeah, achusharmuta!

girl: this drees is beautiful achusharmuta!

girl: he's ugly achusharmuta!
από moran geisenberg 1 Αύγουστος 2005

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×