Top Definition
To arouse curiosity.

Related Words: acuriation (noun), acuriating (adj.)
"Why do men have nipples?"
"I don't know. That acuriates me."
#curious #curiosity #confusion #nipples #amazing #strange #interesting #extreme #creative
από JoVah 25 Οκτώβριος 2008
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×