Top Definition
The surgical procedure performed on a female's genitals to change her sex to male. In other words, to give a woman male genitals.
I've decided to proceed with changing my gender to male and will discuss the addacocktome procedure with the surgeon.
από kgeorge 29 Οκτώβριος 2007

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×