Top Definition
n 1. a surgical procedure when a woman gets a sex change
hey, i think I want to be a man, I will go get an addadictome.
από Big Chief Smack-a-Ho 6 Φεβρουάριος 2003
1 more definition
The term for having a female-to-male sex change.
I'm going to my doctor to have him addadictome.
από Screenwriter Paul 20 Ιούλιος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×