Top Definition
Addhole (noun) : a person who adds irrelevant photo comments to completly unrelated posts, due to the lack of ability to think of any original or witty comments.
Just saw an Addhole comment on your post.
#unwitty #witty #think #adhole #addhol
από Jerry Joe Chirakkekaran 19 Σεπτέμβριος 2013
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×