Top Definition
Addibility (n.)- The ability to do almost anything you fucking want while speeding on the collegiate study pal.
"DUDE! Last night I popped a couple addy yesterday and I had the addibility to do a shit ton of work!"
από 4Dam2Kramer0 1 Οκτώβριος 2013

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.