Top Definition
adjective
Well educated or "in the know" but aloof with this knowledge.
"He was astute and aeriodite"
"He is an aeriodite - you know he knows, but never sure how much."
από Don McLenaghen 25 Αύγουστος 2007
5 Words related to aeriodite

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×