Top Definition
A person who is bitter because he or she cannot sleep because he or she waited until the night before to start a 2500 word paper that is worth 100% of their grade.

noun
Many college students are aglamandon certian parts of the year.
από Students of the world 10 Ιανουάριος 2006
6 Words related to aglamandon

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×