Top Definition
a passage between rows of seats in a building such as a church or theater, an airplane, or a train.
the musical had the audience dancing in the aisles
από foc 18 Δεκέμβριος 2013
4 Words related to aisle

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×