Top Definition
adj: to be adamantly chic \ or obsessive about pie with ice-cream
He is so alamodevated, he bought a whole new wardrobe – the height of fashion - but the real reason is that his old gear won't fit anymore, 'cause he's turned into a giant alamodevated dessert freak.
από ΔиłĦ☼иצ ߀₡ʞ 22 Ιούλιος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.