Top Definition
Adj. Drunk, intoxicated by alcohol, usually beer (ale). British in origin, mainly used by elderlies.
"Bloody hell there Jack, you're all aled up aren't ya mate. Go on there, go take a piss!"
από Dylan H. 12 Φεβρουάριος 2005

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×