Top Definition
To bother somone or ask them repeated, very annoying, questions. So basically its to bother somone with words.
Nigga John wants to alsource me.
από Logan Coal 30 Νοέμβριος 2007
4 Words related to alsource

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.