Top Definition
am.o.ra.tion (n)
Possessing profound love in every moment, in any possible way.

From the root amor, amorate
Much amoration to you, my friend, for stepping up and taking care of your family.
από j.evonne 13 Απρίλιος 2004

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.