Top Definition
ANARCHAEOLOGIST - an·ar·chae·ol·o·gist /n/
an anthropologist who has no time for rules while pursuing their studies of prehistoric people, their culture, and their pet dinosaurs.
Wow, did you hear that Megan broke into a dig site, found some dino DNA, and cloned some dinosaurs with lasers in their mouths?! What an anarchaeologist!
από 754_Lemmings 9 Οκτώβριος 2013

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×