(prefix)
1) Used to differentiate individual tendencies within the anarchist movement.
2) Used by doctrines not related to anarchism that wish to be interpreted as such.
3) A prefix used to mock doctrines unrelated to anarchism that claim to be anarchists
1) Anarcho-primitivist, anarcho-communist, anarcho-syndicalist, anarcho-feminist
2) Anarcho-capitalism
3) Anarcho-hucksters, anarcho-swindlers, anarcho-bosses.
από Agent Zero 28 Σεπτέμβριος 2003
(jargon) An Anarchist.
I think its time the anarchos raise the stakes at the next summit protest.
από Agent Zero 28 Σεπτέμβριος 2003
Ruler of Polish principality
Those anarchos sure like soup
από dunes_2 1 Δεκέμβριος 2003

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×