The act of taking balls of flour and throwing them at a sleeping defenseless victim. This results in extreme discomfort (itchy eyes, rough skin, a pale look, etc.) for the victim but extreme humour for the persecutor.
That idiot Yawn antiqued us at the party...i want to kill him
από Applechunkz 19 Φεβρουάριος 2004
Throwing flour on your roomates face while he is asleep.
Shultz antiqued David while he slept on the floor.
από King Cow 30 Δεκέμβριος 2003
Looking for older men to date
im going antiqueing tonight
από oooo_saucy 17 Ιούλιος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×