Top Definition
(n.) A type of alcoholic drink generally consumed before a meal; from the French 'aperire' ('to open'), it is thought to help "open" one's appetite. Apéritifs are usually dry rather than sweet.
They served us champagne as an apéritif.
από drink to bones 18 Ιούνιος 2016
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×