Top Definition
The act of stealing fire or the theft of a inflammable object engulfed in flames at the time of robbery.
"Hey Bill, did you hear on the news today?! Some gimp committed arsony at the campfire expo in Saskatchewan," said Fred.
από Rochambeau 23 Ιανουάριος 2010
1 more definition
Stealing something and lighting it on fire.
Eric commited stole Sam's bag yesterday and lit it on fire. He committed arsony.
από PruneXXX 21 Νοέμβριος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×