Top Definition
1. A minced oath for "asshole".
2. A term for the remains of the Berlin Wall.
3. A cement wall.
1. That ashwall stole my burrito!
2. I was standing outside the ashwall in Germany.
3. I stupidly slammed into an ashwall!
από Pythonfighter 10 Απρίλιος 2012

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×