Top Definition
To strangle or otherwise constrict the flow of oxygen to the vital organs, eventually causing death.

Invented by the Sir the Third Earl of Asphyxiate, esquire.
Ah, shit, I asphyxiated that prostitute!!!
από bone squid 25 Ιανουάριος 2005

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×