definition: when you grab tightly around your ass, or someone else's. Also used as and expression or interjection.
1. Sally assgrabbed me hard because she was horney.
2. that ride is so assgrab, dude!
3. I jumped out in fear as he yelled out: assgrab!
από mike b 18 Φεβρουάριος 2005
gripping someone's ass to show affection or desire, especially in public.
James' ass grab made her jump
από rapmac 10 Νοέμβριος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×