Top Definition
The act of half-heartedly doing something half-assed.
I really didn't care enough to properly not care about fixing the door, so I did an ass-hearted job.
#ass #heart #half #not caring #lazy #half-assed #half-hearted
από Organic Robot 18 Ιούνιος 2009
7 Words related to ass-hearted
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×