Top Definition
An individual who specializes in the studies of a woman's postierior or assagraphy.
I'm an assagrapher not a perv.
από Usimyoc 29 Ιανουάριος 2007
4 Words related to assagrapher

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.