Top Definition
(adj.) Stirred emotionally to get some action.

Usually used before mattress mambo.
Bro 1: Hey bro, I saw you with that chick last night.

Bro 2: Bro, which one?

Bro 1: The blonde one bro, you gettin' some?

Bro 2: Yeah, i'm asscited.
από Gieaa 29 Ιούλιος 2009
7 Words related to asscited

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×