1.) assplay, usually in a gay male way (i.e. TrekBoi & Hexcor). Can involve fingers, fists, and/or glass dildos donated by Cameron's girlfriend.

2.) A Way0ter's screenname.
1.) Fucking moron! You need a good asshooking.

2.) A(s)Shook
από aq. 6 Μάρτιος 2005

2 Words Related to asshook

A dispicable act using a hanger.
I gave that bitch an asshock when she fell asleep I cant have a baby.
από Morgan 21 Δεκέμβριος 2004

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×