Top Definition
a continual ass kicking by your boss or anyone in a position of power.

and or getting ones ass handed to oneself.
When I started this job I couldn't stick a pin up my ass with a jackhammer, after all the asskickenormous I could fit a 6x6 square fence post up my ass without blinking.
από bman27 26 Απρίλιος 2006
5 Words related to asskickenormous

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.