Top Definition
1. To be wasting time.

2. To be slowing down one who is in a hurry. verb.
Come on let's go. Stop asslin around.
από des_per_a_do 24 Αύγουστος 2013
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×