Top Definition
a-suh (uh-suh)

Alternate form of expressing one's laughter.
"Asuh! That was a very funny joke."
από Conrad Anna Graham 28 Ιούνιος 2005
6 Words related to asuh

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×