Top Definition
The catastrophic destruction of the atmosphere (ie. Either the planet's atmosphere or the atmosphere of a party or place.)
It was atmostrophic when John's ex-wife showed up at the party.

The depletion of the ozone is an atmostrophe.
από Kris G. 21 Σεπτέμβριος 2007
5 Words related to atmostrophe

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×