Top Definition
1. A word that combines 'awful' and 'awesome.'

2. An adjective used to describe something that is both horrifyingly lame and bewilderingly cool.
"My grandfather gave me the most awfulsome leisure suit yesterday! It's a lemon yellow skull print! WTF?"
από ;ouh 4 Αύγουστος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.