Top Definition
To babble without articulation, for the sake of one's own inner dialogue.
Instead of actually holding down her side of the conversation, she gave me a babblelogue about why her choice in restaurant was a good one and what she ate there.
από Marie Penny 9 Νοέμβριος 2007
5 Words related to babblelogue

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.