Top Definition
To bag one's meat. A man involved in the missionary sex position with a woman. Successful intercourse involving the interaction between male genitalia and female genitalia.
Dude! That chick is all over you! Bag your meat man!
από Smash addict 22 Φεβρουάριος 2007
7 Words related to bag your meat

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×