Top Definition
(noun)a vaginia. The term comes from the NBC series Scrubs as a reference to a vaginia by the character Dr. Elliot Reid who does not like to verbalize genitalia.
I was with the OBGYN girls and saw like 300 bajingos.
από Joey T3 22 Ιούνιος 2006
5 more definitions
a beautiful vagina
"She has a tattoo of a teardrop on her bajingo! Is it sad?
από Eliot Reid 26 Ιανουάριος 2004
discreet way of saying vagina
you have a gaping bajingo
από trox 20 Ιανουάριος 2006
slang for vagina
από Shannon 10 Ιούλιος 2003
My bajingo is on fire
από Ravin123 27 Νοέμβριος 2009
a woman's vagina, pussy
Her bajingo was on fire.
από rahooblack 22 Μάρτιος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.