Top Definition
1. In soccer, the ability to control the movement of the football using ones feet etc.
2. In sex, the ability to control the movement of the testicles thus preventing ejaculation.
1. George B**t had incredible ball control, he could run the length of the pitch dribbling.
2. George B**t had incredible ball control, he could keep it up for hours before ejaculating.
από theWestHamfan 13 Ιανουάριος 2004

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×