Top Definition
gay; homosexual. To engage in homosexual activities. Someone who dings upon someone's testicles with their tongue, as a mallet to a bell.
Zac couldn't believe what a balldinger Jeff had become.
από revolverlbc 15 Οκτώβριος 2007
11 Words related to balldinger

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.