The term for when a guy jizzes so hard, the girl or homosexual lover is absolutely covered in it. A combination of the words "baptism" and "jism"
At Christian school, Sally managed to receive a bapjism from a fellow student.
από PJ Queen 15 Αύγουστος 2009

5 Words Related to bapjism

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×