Top Definition
(n.)The miniature orgasm one experiences after urination.
Often accompanied by a short tremor or shaking.
Typically, barfunkels procede extremely volumous urination.
Highly common among individuals experiencing alcohol intoxication.

Barfunkel experience among females is unknown.
woah... just took a piss and had a crazy barfunkel
από nick 14 Ιούνιος 2006
6 Words related to barfunkel

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×