Top Definition
A woman who can wait out a sale like no other in order to get clothes and shoes at the cheapest price possible.
The bargainista visited H&M every week until her sweater dress was reduced 50% before finally purchasing it.
από Yvie B 21 Ιανουάριος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×