Top Definition
New York City c. 1995

bargain

bargainous: to be considered an exceptional bargain; ridiculously cheap.
"Yo, Jerome got ounces of White Widow for fo' hunned. That's fuckin bargainous, dude."
από FlavorDave 11 Ιούλιος 2004

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×