Top Definition
The action of being outlandish during the intake of alcohol.
I'm straight bargooning when I have spare time.

It is pay day son, I'm bargooning tonight.
#goon #inebriation #smacked #sauced #trashed
από DJRICDAROC 12 Μάιος 2010
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×