Top Definition
banged, bloody, broken,
she came in with a bashed head
από leila kanose 19 Οκτώβριος 2007
Hardcore talked shit to. Belittling to the fullest extent.
I'm sick being bashed all the time. All you do is talk shit
από Legitchick 12 Αύγουστος 2015
When one drug is laced/mixed with another without the consumer being aware.

E.g. weed bashed with LSD.
Smoker one: Bruh try this weed, strong ass stuff
smoker two: *has two puffs off*
smoker two: Dude this skunk is bashed to/as fuck!
από 420st0nerGirl420 19 Ιούλιος 2016
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×