Top Definition
The act of lurking just outside the bathroom door when another person is using it, usually accompanied by some attention-seeking noise or behavior, ensuring that that person will acknowledge your presence and hurry up.
"I'll never be able to pee with you bathroom stalking me like that."
#bathroom stalk #stalking #social pressure #waiting in line #lurking #bathroom lurking #bath room stalking
από zachfree 14 Αύγουστος 2011
Photos & Videos
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×