Top Definition
one who trades sexual favors for prescription drugs/friends/ky jelly/banana pudding/etc in prison. also can be shortened to "nard"
make sure you wear 2 condoms for that one, he is a baynard taft.
από Nunya 5 Ιανουάριος 2005

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×