Top Definition
Adjective of beep.
Her scrabble win was hinged on final placement of the word beepy.
από fidmurphy 2 Οκτώβριος 2013
1 more definition
Someone who likes to beep a lot.
"She's so beepy," said the girl.
από Kyle Reddell 12 Νοέμβριος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×