Top Definition
beerdrate- v. tr
To supply beer to (a person, for example) in order to restore or maintain buzz balance: "Cold beer is the fastest and safest way to beerdrate an ordinary person" (Eric D. Weyker).
loosing buzz... the girls im hitting on are starting to seem less appealing... it may be time to beerdrate
από i pissed on your car! 18 Ιούνιος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.