Top Definition
prep. adj.

the combination of before and after.
wanna go to the mall befafter i jerk off?
από mario0318 1 Ιούλιος 2006
before and after, but not during
Stanley was happy to help out befafter; he just hates being around during those boring events.
από Waterworld 30 Οκτώβριος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×