Top Definition
the act of being drunk in bellingham, washington
dude, i got so BellingHAMMERED at that party over at Western.
από mtron 2 Ιούλιος 2006
5 Words related to bellinghammered

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.