Top Definition
n {bell-e-lin-guess}
a) is the act of using the mouth, lips, and tongue to stimulate the male belly

b) oral stimulation of the belly
Derived from the American word belly and the latin for tongue (lingua).
Ex. When my boyfriend's belly protrudes father than what is perceived as normal, I don't complain I simply perform bellylingus on him.
από onebadscientist 29 Νοέμβριος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×