Top Definition
The act of being owned, shown up, burned, or outright embarrassed by someone of superior stature.
The Pittsburgh Steelers were beltified by Aaron Rodgers and Clay Matthews during the post game celebration at Super Bowl 45.

Aaron Rodgers used his superior NFL skills to beltify Jay Cutler and the Chicago Bears.
από leeb52 19 Απρίλιος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×