Top Definition
1. adj. To be annoying, a degree of annoyance.
2. verb. To annoy, agitate, cause distress.
3. noun. An annoying person, someone completely oblivious to themselves
Christopher's last name is Benson-Manica.
That Benson-Manica! What a character.
από David Bennett 5 Μάιος 2004
3 Words related to benson-manica

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.